Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Το Όνειρο Μιας Άμαχης Κούκλας

Μία κορνίζα αντανακλά της κούκλας την εικόνα
εκείνης που όλο ξάπλωνε στην άδεια πολυθρόνα.
Τα μάτια της δεν άνοιγε,μη χάσει το όνειρό της
μη σβήσει η εικόνα του μέσα από το μυαλό της

Στα χείλη της εφώλιαζαν τα δάκρυα από τα μάτια
που τα σφαλίζουνε σιωπές, ραμμένες σε κομμάτια.
Κάθε κομμάτι θάνατος,κάθε ραφή κι ελπίδα
και κάθε δάκρυ προσευχή για μια παλια πατρίδα.

Οι μέρες και οι νύχτες της γεμίζαν με ένα χρώμα
το κόκκινο απ'το αίμα του που έβαψε το χώμα
εκείνου που για χάρη της πρόταξε την καρδιά του
στις λόγχες που συντρόφεψαν στον Άδη τη λαλιά του.

Ο πόλεμος αναίτιος,χωρίς καμια αξία
και οι ζωές που χάθηκαν για ετούτη την αιτία
τη γη μονάχα έντυσαν με θρήνο και με πόνο,
κι έπειτα ακολούθησαν της λησμονιάς το δρόμο.

Στους λιγους που απέμειναν ,αυτή ανάμεσά τους.
Κορμιά χωρίς τη θέληση να βρουν τα βήματά τους
Χαμόγελα που τίναξε μια σφαίρα το μυαλό τους
Κι ελπίδες μισοζώντανες φωτίζουν το κενό τους.

Μια νύχτα που μουλιάσανε τα χέρια από το κλάμα
στο όνειρό της έλαβε για δώρο ένα γράμμα
την πρόσταζε στο γέλιο της φιλί ζωής να δώσει
και τη ζωή που κράτησε ποτέ να μην προδώσει.

Και το όνομά στο τέλος του,ρωγμή για την καρδιά της
και μια αφορμή με δάκρυα να λούσει την ποδιά της.
Ο πόνος της δεν ξέβαψέ μα το βαλε σκοπό της
πώς ένα ήλιος ψεύτικος θα μπει στο πρόσωπό της

Και χάριζε χαμόγελα και άφηνε γαλήνη
σε καθε σπιτι φτωχικό, γυμνό για να μη μεινει.
Οι άνθρωποι μεγάλωσαν και ξέχασαν τον πόνο
τη θλίψη απο τον πόλεμο την σκέπασαν με χρόνο.

Μέρες και νύχτες πέρασαν,το γέλιο είχε γυρίσει
μα ο ψεύτικος ο ήλιος της εκόντευε να σβήσει.
Και τότε ξενιτεύτηκε για να βρει έναν τόπο
όπου οι καρδιές δεν θα χτυπούν με πονεμένο τρόπο

Ταξίδεψε και γύρισε στεριές,νερά και αστέρια
ξάπλωσε και κοιμήθηκε σε λασπωμένα χέρια
να ξαποστάσει έμεινε σε σπιτι ερημωμένο
σε έναν τόπο από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένο

Μία κορνίζα αντανακλά της κούκλας την εικόνα
εκείνης που όλο ξάπλωνε στην άδεια πολυθρόνα.
Τα μάτια της τα άνοιξε μια νύχτα όπου ένα αστέρι
ένα σκοπό συλλαβιζε βγαλμένο από άλλα μέρη

Ένα τανγκο λυπητερο της άπλωσε το χέρι
και την τραβάει σε χορο με το δικό της ταίρι
το χέρι του στο χέρι της και το άλλο στο πλευρό της
στην αγκαλιά του ξάπλωσε, ήταν ξανα δικός της

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου