Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Θερινοί Εραστές

Είχαν φθάσει στη δύση του έρωτά τους. Τώρα γαλήνια είχαν παραδοθεί στην αγκαλιά του Ύπνου. Είχαν απαλλαγεί από κάθε βάρος, από κάθε ύπουλο ύφαλο…μόνο τα σεντόνια κυλούσαν βελούδινα απάνω τους, για να μη χάσουν τη ζεστασιά του τελευταίου ταγκό, του στερνού φιλιού…κι ήταν μόλις δύο και τέταρτο το χάραμα.


Ανασηκώθηκε λίγο στη θέση του με «αόρατες» κινήσεις για να μη ξυπνήσει το ταίρι του. Την κοιτούσε συνέχεια, τα μάτια του δεν ακολουθούσαν άλλο δρόμο πέρα από το μονοπατάκι, που οδηγούσε στο περιβόλι της αγαπημένης του. Τα πάντα πάνω της τον μαγνήτιζαν…τα μεταξένια μαλλιά της, τα
κλειστά της μάτια που ονειρεύονταν, τα φουσκωμένα χείλη, το στήθος της…πόσα είχε ακουμπήσει

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Ένα Ζευγάρι Αστέρια

Είναι κάποια βράδια που η σιωπή μοιάζει με ένα μεγάλο σεντόνι, πότε βαρύ και πότε ανεπαίσθητο. Ένα σεντόνι που απλώνεται σκεπάζοντας αυτό το κενό που χωρίζει τη γη από τον ουρανό. Ένα τέτοιο βράδυ, που μόνο ο ήχος του αέρα έβρισκε διαφυγή στις ζάρες της σιωπής, ο Γιώργος περπάταγε στην παραλία. Τα ξυπόλητα πόδια του βούλιαζαν μέσα στην υγρή άμμο, αποφεύγοντας με ελαφριά, ατημέλητη προσοχή τις πέτρες που απειλούσαν κάθε επόμενο βήμα.

Σε Φεγγάρια Σβησμένα


Μες στη νύχτα, δειλά,
η μοναξιά σου θα κρούει,
ν’ ακουμπήσει γλυκά
στης φωλιάς σου τα μέρη.
Η καρδιά μου πονά,
μα κανείς δεν ακούει
και μι’ αγάπη παλιά
με κρατάει απ’ το χέρι…

Στο δωμάτιο, αχνά,
ένα φως ξεπροβάλλει,
να ζεστάνει ξανά
το κορμί σου που τρέμει
κι η ζωή κολυμπά
σε μια θλίψη μεγάλη,
που ‘χει ανοίξει φτερά
και για ‘μας ανατέλλει…

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Το Ξέχειλο Μπουκάλι

Κάποτε ήμουνα δροσερός σαν τη βροχή και σαν τον ίσκιο των δέντρων. Τώρα είμαι μια πεινασμένη φωτιά και καίω τα σωθικά μου και την αλήθεια μου.
Χρόνια τώρα κρατώ στα χέρια μου ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι, που το ανακάλυψα σε μια αμμουδιά μιας παραλίας, που ποτέ δεν επισκέφθηκα…«Θα μου φθάσει!», σκέφτηκα και το ΄κρυψα μέσα απ’ το πουκάμισό μου. Στο δρόμο περπατούσα χαρούμενος. Για πάντα θα φυλάκιζα τις στιγμές μου και θα τις καμάρωνα να κολυμπάνε σα χρυσόψαρα στη γυάλα.
Η συνάντησή μας ήταν ήχος διαπεραστικός, που μένει και πονάει για λίγο τα αυτιά και μετά χάνεται…και παραμένει μόνο ο πόνος. Γύρισα στη καλύβα μου σα θριαμβευτής μετά από μάχη…Έβγαλα από μέσα μου το γυάλινο μπουκάλι, που με τόσο κόπο και αγωνία δυο θανάτων είχα αποκτήσει. Όμως…όχι! Είχες προλάβει και ξεχείλισες το μπουκάλι μου…

Ο 20ος Χειμώνας

Μέσα στα χέρια μου κρατούσα την απάντηση. Σ’ ένα μεταχειρισμένο τίποτα ακουμπούσα τα εσώψυχά μου και ήλπιζα…δε ξέρω που! Κι εκείνος ο άγνωστος δεν έπαιρνε βλέμμα από πάνω μου. Μέρες τώρα βασανίζομαι να τον διώξω ή να τον κλείσω κάπου, ώστε να μην τον βλέπω και κυρίως, να μη με παρακολουθεί…
Έξω έφθασε νωρίς ο εικοστός μου χειμώνας, παγερός όπως πάντα…Χάπια, μερικές ρυτίδες, ανία, φθηνό αλκοόλ και καπνισμένα τσιγάρα ήταν κάποια από τα δώρα του. Παράτησα την εφημερίδα πίνοντας ένα τελευταίο ποτήρι ουίσκι και κίνησα να κοιμίσω την τρέλα μου…Σεργιάνισα στα έρημα σοκάκια της ημέρας που έφευγε βιαστικά. Θυμήθηκα τ’ αγάλματα του δρόμου που διάβηκα, τους ταλαίπωρους, τους δυστυχισμένους, τη δυστυχισμένη ακινησία τους και την ακίνητη δυστυχία τους…

Μια Άρρωστη Ζωή Και Οδύσσειες

Ξημερώθηκα
στ’ απανωτά σου κύματα,
είχα μια άμμο στα μαλλιά
και δυο κοσμήματα.
Δεν άντεξες,
με πήρες απ’ το χέρι
και ο βυθός ήταν
το πρώτο μας λημέρι.
Απέναντι απ’ το θάνατο
με πέρασες,
μού είπες στη ζωή σου
πως δε γέλασες
και ξάπλωσες
απάνω μου σα θάλασσα,
σε ήπια σα βροχή κι ύστερα τα ‘χασα,
γίνανε άσπρα τα μαλλιά και όσα αγάπησα!