Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Η ιστορία ενός συγγραφέα (μέρος ε)


Θα καθόμουν στη γέφυρα μέχρι να έρθει η αυγή, αν όλη αυτή τη σκηνή της απόλυτης γαλήνης δεν τη διέκοπτε το βουητό ενός κλάματος, που ακούστηκε ξαφνικά. Γύρισα να κοιτάξω προς τη μεριά από την οποία ακουγόταν. Στη γωνία ενός από τα αρωματοποιεία καθόταν ένα μικρό κοριτσάκι -δε θα ήταν πάνω από δέκα χρονών- και έκλαιγε με το πρόσωπο κρυμμένο στις χούφτες της. Φαινόταν πολύ φτωχό και αδυνατισμένο. Ήταν ρακένδυτα ντυμένο και πολύ ελαφριά, που απόρησα πως άντεχε με τέτοιο βοριά. Τα παπουτσάκια της είχαν ξεφτίσει, σχεδόν λιώσει και το κορμάκι της ήταν τόσο άρρωστο, που είχε ένα αλλόκοτο κίτρινο χρώμα. Η καρδιά μου πόνεσε. Έπρεπε να τη βοηθήσω.
-Κοριτσάκι μου, γιατί κλαις; Πεινάς;

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Η ιστορία ενός συγγραφέα (μέρος δ)

Πετάχτηκα πνιγμένος στην τρομάρα και στον ιδρώτα. Λαχάνιαζα από το φόβο. Ήμουν ζωντανός. Ήμουν μόνος. Ζαλιζόμουν, μα ήμουν ακόμα ζωντανός. Ανάσαινα. Κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου. Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Έβγαλα από τη τσέπη του γιλέκου μου το ρολόι μου. Ήταν πια εννιά το βράδυ. Κοιμόμουν σχεδόν οκτώ ώρες χωρίς να ξυπνήσω ούτε λεπτό. Θεέ μου, τι ανακούφιση ένιωσα! Ήταν απλά ένας εφιάλτης και τίποτε άλλο. Το γεγονός της πρωινής μου συνάντησης με την Σάλυ με είχε επηρεάσει τόσο πολύ που τάραξε ακόμα και τον ύπνο μου. Ανασηκώθηκα και βγήκα στο σαλόνι. Δεν ήταν κανείς. Δε μ’ επισκέφθηκε κανένας. Οι καρέκλες στη θέση τους, ο δίσκος το ίδιο. Όλα όπως τα είχα αφήσει το πρωί. Ήταν απλά ένα κακό όνειρο.