Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Μπλεγμένες Κλωστές

Από της νύχτας τη σιωπή τις λέξεις που μου στέλνει,
τις χαράξα σε μια πληγή, ο αέρας να τις παίρνει
Ταξίδια να πετάξουνε απάνω από τις ξέρες
κι οι καπετάνιοι να μετρούν στην όψη τους τις μέρες.

Μα δυο απ'αυτές ξεχάστηκαν και πέσαν στην αυλή σου
και με μια αχτίδα φεγγαριού ξαπλώσαν στο φiλί σου.
H γεύση τους σε κάλεσε τα μάτια σου να κλείσεις,
το νόημα που κρύβανε σε σπρώχνανε να ζήσεις.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Τα στολισμένα καράβια

Στολισμένα τα καράβια ταξιδεύουν,
με φώτα αστραφτερά είναι φορτωμένα
και μυστικά κάποιο λιμάνι σημαδεύουν
κι ας ήταν να μπαρκάρανε κι εμένα,


να βλέπω απ ‘το κατάστρωμα τις πόλεις,
μικρές φωτιές στο πέπλο της θαλάσσης,
να ψάχνω σε ποια ακτή να ξημερώνεις
και σε ποιο κύμα τις φωτιές σου θα κοπάσεις…

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Απούσα

Άνθρωποι που κυκλοφορούν με ένα τίποτα καρφωμένο στο πρόσωπό τους κι εγώ να ψάχνω το υπάρχω κρυμμένο στο όνομά μου...
Τα σύννεφα ποτίζουν με φως και δάκρυα τη φαντασία μας, καθώς τα μάτια μας ξεκουράζονται πάνω στο κλεισμένο τζάμι. Φορές φορές μια οργή ακολουθεί λαχανιασμένη τη λάμψη και βρίσκει καταφύγιο στα αυτιά μας, όπως ο ερημίτης στις σπηλίες. Κι όταν το δάχτυλο γίνεται πινέλο και το ιδρωμένο τζάμι ένας καμβάς, τότε σκαλίζουμε το παραμύθι της καρδιάς μας με χρώμα το διάφανο.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Σ'έναν καινούριο ουρανό

Σα γλάροι στα όνειρά μας πετάμε
επάνω από πόλεις που καπνίζουν
κι όσα δεν είπαμε οι αγέρες μας ψελλίζουν
κι αγκαλιασμένοι το φεγγάρι χαιρετάμε.


Τα μάτια σου φωτίζουν στο σκοτάδι,
του σύμπαντος θυμίζουν γαλαξίες,
σα με κοιτούν μού λένε τόσες ιστορίες
κι ύστερα πέφτουν απαλά όπως το βράδυ.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Ένα παιδί σαν εμένα…

Ξυπνώ με μια μεγάλη νοσταλγία,
στο δρόμο να βαδίσω τον παλιό,
να βρω την πιο παλιά μου ιστορία,
να δω τον παιδικό μου το χορό


ανάμεσα στα τόσα τους μάτια,
σ’ εκείνο το πελώριο σαλόνι
που εύχονταν να με θαυμάσουν άντρα
μα εκείνο το παιδί δε μεγαλώνει.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Γράμμα στον τελευταίο αδερφό... («Το τελευταίο μου ποίημα...»)

Θυμάσαι, αδερφέ, το πρώτο μας σπίτι,
τα πρώτα μας παιχνίδια, τις χαρές;
Στην κούνια μας ποτέ δεν ήρθε λύπη
κι οι κάμαρες ανθίζανε φωνές.


Θυμάσαι τους Χειμώνες μας στο τζάκι,
τα όνειρα στο τέλος της ημέρας,
το δείπνο με τη θαλπωρή στην άκρη
και τα όμορφα γελάκια της μητέρας;

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Νύχτα

Το λιγοστό φως του κεριού σιγοψυθίριζε τα τελευταία του λόγια στη σιωπή.Η φλόγα του έκανε την τελευταία της στροφή κι έπειτα ξάπλωσε σα νυσταγμένο μωρό πάνω στο υγρό φυτίλι. Η σιωπή έβγαλε ένα αναστεναγμό και έτρεξε ανέκφραστη ψηλά στον ουρανό. Η εχεμύθεια την είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό,από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να κοιτάζονται στα μάτια,κι έτσι διώχνοντας και τους τελευταίους δισταγμούς που είχαν γατζωθεί πάνω της μοιράστηκε το μυστικό του κεριού με τη νύχτα, με τον άνεμο , με τα αστέρια...

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Η πιο θλιμμένη ποίηση

Στης τρέλας την απήχηση
ονειρεύομαι τα χάδια σου,
την πιο θλιμμένη ποίηση
διαβάζω μες στα μάτια σου


και σαν κρίνο μαραίνεται
το πιο όμορφο γέλιο σου,
ένα σώμα που πλένεται
με το άυλο φραγγέλιο σου.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Παράξενο παιδί τελικά

Όταν του ζητάς να μείνει κοντά σου,εκείνος τρέχει μακριά και τόσο γρήγορα,ώστε να μην προλάβεις να καταλάβεις πότε ξεκίνησε,πότε έφτασε και κυρίως πώς έφτασε τόσο μακριά,αφού καμιά κραυγή σου δεν μπορεί να τον φέρει πίσω...

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Εμένα το κρασί μου είναι η σιωπή

Εμένα το κρασί μου είναι η σιωπή
μέσα στην ταβέρνα της ζωής,
μες στο υπόγειο του χάους,
κάτω από την άσφαλτο
και τα ίχνη των αναρίθμητων μελλοθάνατων.


Εκεί που με σερβίρουνε οι στιγμές
και οι φευγαλέες ‘μέρες,
εκεί που με κερνάνε οι πιο βιαστικές εκλάμψεις,
εκεί που με χορταίνουν οι πιο βαριές ανίες,

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Σύννεφα

Τις μέρες που η θάλασσα τραγούδια αντηχούσε
τις νύχτες που το αστρόφεγγος στη Γη παιδιά μετρούσε
τις ώρες που οι ανάσες αργοσβήνουν κάθε πόνο
η σκέψη από τα μάτια σου ξεπέρασε το χρόνο

Ρωτώ αν είσαι άγγελος ή δάκρυ που χει στάξει
ή αν η φαντασία μου με ρόδα σε έχει φτιάξει
Αφού ποτε δε σ' άγγιξα,στο νου σ' είχα κρατήσει
σαν τρύπημα η σκέψη σου πληγές με έχει γεμίσει

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπη στο μπουκάλι

Στα ύδατά σου από παιδάκι κολυμπώ
κι εκεί έχω αφήσει τα πιο σπάνια όνειρά μου.
Έχω στον κόρφο μου το κύμα σου αλμυρό
και μιαν αγάπη που σκιρτάει στην καρδιά μου.


Αφού δε μπόρεσα στο μέσα σου να ζω,
θα σ’ αγαπήσω όπως δεν το ‘κάναν άλλοι
και σα θα βλέπω το είδωλό μου θα γελώ:
 «Για δες πως γίνονται οι έρωτες μεγάλοι!».

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Mortalitatis

Ένα ναυάγιο στις άγριες σου ακτές
μοιάζει η ζωή μου και πώς να σε ξεχάσω;
Φεύγουν οι ‘μέρες μου ασήμαντες, μουντές,
απ’ τη μορφή σου, πες μου, πώς να αποδράσω;

Τ’ αργά μου βήματα ακολουθούν σκυλιά,
που λυσσασμένα μ’ οδηγούν στην Άβυσσό σου
και κάποιοι είπανε πως μέσα τους βαθιά
φύτρωνε ο έρωτας για το σχηματισμό σου.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Στάχυ

Δεν τελείωσε ακόμα
ο Χειμώνας μου.
Τριγύρω έχουν ανθίσει παπαρούνες
και μυρτιές,
όμως στην καρδιά μου
αγριεύουν οι άνεμοι και οι θάλασσες,
οι θύελλες ξεσπούν
και μ’ αποδυναμώνουν.
Σκιάχτρο με ξέφτια στην καταιγίδα…
αναμονή! 

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Και κάπως έτσι θα κυλήσει το νερό...

Κρατάς το κουράγιο σου σε ένα ντουλαπι και το ξαθάβεις εκείνες τις μέρες που νιώθεις το σκοτάδι να σε καταπίνει.
Του δίνεις μια σπρωξιά και το πετάς στο πάτωμα κι εκείνο σε τραβάει από τα πόδια πασχίζοντας να ανέβει.
Εσύ το κοιτάς και καθώς στέκεται στα πόδια του ένα χαμόγελο γαργαλάει τα χείλη σου και μια βαθιά πνοή δροσίζει τη φωτιά στο στήθος.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Να γελάς μη φοβάσαι

Καθώς θα έρχεται το τρένο
λίγο πριν βάλει φρένο
το χέρι τέντωσε απ'το τζάμι
Και όσο αέρα αρπάξεις
μην ντραπείς αν τον χάσεις
είναι ένας άτακτος λαγός που παιχνίδια κάνει

Δυνατά να γελάς μη φοβάσαι
να δοθείς,το παρόν μη λυπάσαι
Ζήσε τώρα
Τις στιγμές που σου αξίζουν να φτιάξεις
να ποθείς τις σκιές σου να αλλάξεις
κι αν χαθείς,θα σου δείξω το δρόμο

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Όταν θυμάμαι στο χωριό τ' άλλα παιδιά

Όταν θυμάμαι στο χωριό τ’ άλλα παιδιά,
έρχονται πίσω μυρωδιές κυνηγημένες
απ’ τα φουγάρα των σπιτιών, απ’ την καρδιά
και απ’ τις τόσες ομορφιές τις ξεχασμένες.


Όταν θυμάμαι στο χωριό τ’ άλλα παιδιά,
κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι εσένα.
Βλέπω να τρέχεις μες στα πέτρινα στενά
και να κοιμάσαι σε πλατάνια γερασμένα.


Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Ίκαρος

Μέσα στη νύχτα
τρομαγμένη με κοιτάς.
Είναι η φυγή σου
ένας δρόμος να πονάς.
Δεν έχω χέρια
να σού δείξω πού να πας,
δεν έχω μάτια
για να δω τι αναζητάς.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Ελπίζω να με άκουσα

Επίθεση σε ένα αμάξι από ένα καδρόνι
διεμβόληση μιας θέσης με έναν άλογο
αποβολή μιας ζωής από το χώμα
ένα τρικύμισμα αξιών
μούλιασμα κάθε επιπέδου νόησης
θολωμένο κάθε οπτικό πεδίο.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Βόλτα στο λιμάνι

Στο δρόμο, που πηγαίνω, με κοιτάνε
οι άνθρωποι που ζουν ευτυχισμένοι,
λίγο πιο πριν ήταν στη θάλασσα αφημένοι,
τώρα με βλέπουν, απορούν, κρυφογελάνε…


«Τι να γυρεύει αυτός ο άνδρας τόσο μόνος
σ’ αυτά τα μέρη που γερνούν οι ερωτευμένοι;»
λένε κρυφά κι όλο κοιτούν απορημένοι
κι είναι στ’ αλήθεια φανερός αυτός ο πόνος...

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Κάπου τότε

Μέσα στο δάσος που ποτίζουν οι λυγμοί σου
μέσα στο κέντρο που ορίζει η τροχιά των παλμών σου
μέσα στα χρώματα που δίνει η φωνή σου
μέσα στους ήχους που ακουμπούν στις άκρες των χειλιών σου

Μέσα σε θέατρα που παίζουν κάθε βράδυ
μία παράσταση που ζει μόνο χωρίς το κοινό της
μέσα στα γάντια που κρατάν κάθε σου χάδι
μέσα στη νύχτα που σε βλέπει σα παιδί δικό της

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Ύμνος σ' εκείνη...

Αν ήμουν το τραγούδι που ψέλλιζες μικρή, θα πάγωνα το χρόνο για να μείνω αιώνια στα δυο σου χείλη…


Αν ήμουν το τριαντάφυλλο που κρατούσες στον κήπο σου, θα έκρυβα τ’ αγκάθια μου για να μη σε πληγώσουν…


Αν ήμουν το νανούρισμα που άκουγες μωρό, θα πλάγιαζα για πάντα στα αυτιά σου για να γεύομαι κάθε φορά το γέλιο σου…


Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Θερινοί Εραστές

Είχαν φθάσει στη δύση του έρωτά τους. Τώρα γαλήνια είχαν παραδοθεί στην αγκαλιά του Ύπνου. Είχαν απαλλαγεί από κάθε βάρος, από κάθε ύπουλο ύφαλο…μόνο τα σεντόνια κυλούσαν βελούδινα απάνω τους, για να μη χάσουν τη ζεστασιά του τελευταίου ταγκό, του στερνού φιλιού…κι ήταν μόλις δύο και τέταρτο το χάραμα.


Ανασηκώθηκε λίγο στη θέση του με «αόρατες» κινήσεις για να μη ξυπνήσει το ταίρι του. Την κοιτούσε συνέχεια, τα μάτια του δεν ακολουθούσαν άλλο δρόμο πέρα από το μονοπατάκι, που οδηγούσε στο περιβόλι της αγαπημένης του. Τα πάντα πάνω της τον μαγνήτιζαν…τα μεταξένια μαλλιά της, τα
κλειστά της μάτια που ονειρεύονταν, τα φουσκωμένα χείλη, το στήθος της…πόσα είχε ακουμπήσει

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Ένα Ζευγάρι Αστέρια

Είναι κάποια βράδια που η σιωπή μοιάζει με ένα μεγάλο σεντόνι, πότε βαρύ και πότε ανεπαίσθητο. Ένα σεντόνι που απλώνεται σκεπάζοντας αυτό το κενό που χωρίζει τη γη από τον ουρανό. Ένα τέτοιο βράδυ, που μόνο ο ήχος του αέρα έβρισκε διαφυγή στις ζάρες της σιωπής, ο Γιώργος περπάταγε στην παραλία. Τα ξυπόλητα πόδια του βούλιαζαν μέσα στην υγρή άμμο, αποφεύγοντας με ελαφριά, ατημέλητη προσοχή τις πέτρες που απειλούσαν κάθε επόμενο βήμα.

Σε Φεγγάρια Σβησμένα


Μες στη νύχτα, δειλά,
η μοναξιά σου θα κρούει,
ν’ ακουμπήσει γλυκά
στης φωλιάς σου τα μέρη.
Η καρδιά μου πονά,
μα κανείς δεν ακούει
και μι’ αγάπη παλιά
με κρατάει απ’ το χέρι…

Στο δωμάτιο, αχνά,
ένα φως ξεπροβάλλει,
να ζεστάνει ξανά
το κορμί σου που τρέμει
κι η ζωή κολυμπά
σε μια θλίψη μεγάλη,
που ‘χει ανοίξει φτερά
και για ‘μας ανατέλλει…

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Το Ξέχειλο Μπουκάλι

Κάποτε ήμουνα δροσερός σαν τη βροχή και σαν τον ίσκιο των δέντρων. Τώρα είμαι μια πεινασμένη φωτιά και καίω τα σωθικά μου και την αλήθεια μου.
Χρόνια τώρα κρατώ στα χέρια μου ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι, που το ανακάλυψα σε μια αμμουδιά μιας παραλίας, που ποτέ δεν επισκέφθηκα…«Θα μου φθάσει!», σκέφτηκα και το ΄κρυψα μέσα απ’ το πουκάμισό μου. Στο δρόμο περπατούσα χαρούμενος. Για πάντα θα φυλάκιζα τις στιγμές μου και θα τις καμάρωνα να κολυμπάνε σα χρυσόψαρα στη γυάλα.
Η συνάντησή μας ήταν ήχος διαπεραστικός, που μένει και πονάει για λίγο τα αυτιά και μετά χάνεται…και παραμένει μόνο ο πόνος. Γύρισα στη καλύβα μου σα θριαμβευτής μετά από μάχη…Έβγαλα από μέσα μου το γυάλινο μπουκάλι, που με τόσο κόπο και αγωνία δυο θανάτων είχα αποκτήσει. Όμως…όχι! Είχες προλάβει και ξεχείλισες το μπουκάλι μου…

Ο 20ος Χειμώνας

Μέσα στα χέρια μου κρατούσα την απάντηση. Σ’ ένα μεταχειρισμένο τίποτα ακουμπούσα τα εσώψυχά μου και ήλπιζα…δε ξέρω που! Κι εκείνος ο άγνωστος δεν έπαιρνε βλέμμα από πάνω μου. Μέρες τώρα βασανίζομαι να τον διώξω ή να τον κλείσω κάπου, ώστε να μην τον βλέπω και κυρίως, να μη με παρακολουθεί…
Έξω έφθασε νωρίς ο εικοστός μου χειμώνας, παγερός όπως πάντα…Χάπια, μερικές ρυτίδες, ανία, φθηνό αλκοόλ και καπνισμένα τσιγάρα ήταν κάποια από τα δώρα του. Παράτησα την εφημερίδα πίνοντας ένα τελευταίο ποτήρι ουίσκι και κίνησα να κοιμίσω την τρέλα μου…Σεργιάνισα στα έρημα σοκάκια της ημέρας που έφευγε βιαστικά. Θυμήθηκα τ’ αγάλματα του δρόμου που διάβηκα, τους ταλαίπωρους, τους δυστυχισμένους, τη δυστυχισμένη ακινησία τους και την ακίνητη δυστυχία τους…

Μια Άρρωστη Ζωή Και Οδύσσειες

Ξημερώθηκα
στ’ απανωτά σου κύματα,
είχα μια άμμο στα μαλλιά
και δυο κοσμήματα.
Δεν άντεξες,
με πήρες απ’ το χέρι
και ο βυθός ήταν
το πρώτο μας λημέρι.
Απέναντι απ’ το θάνατο
με πέρασες,
μού είπες στη ζωή σου
πως δε γέλασες
και ξάπλωσες
απάνω μου σα θάλασσα,
σε ήπια σα βροχή κι ύστερα τα ‘χασα,
γίνανε άσπρα τα μαλλιά και όσα αγάπησα!

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Το Όνειρο Μιας Άμαχης Κούκλας

Μία κορνίζα αντανακλά της κούκλας την εικόνα
εκείνης που όλο ξάπλωνε στην άδεια πολυθρόνα.
Τα μάτια της δεν άνοιγε,μη χάσει το όνειρό της
μη σβήσει η εικόνα του μέσα από το μυαλό της

Στα χείλη της εφώλιαζαν τα δάκρυα από τα μάτια
που τα σφαλίζουνε σιωπές, ραμμένες σε κομμάτια.
Κάθε κομμάτι θάνατος,κάθε ραφή κι ελπίδα
και κάθε δάκρυ προσευχή για μια παλια πατρίδα.

Οι μέρες και οι νύχτες της γεμίζαν με ένα χρώμα
το κόκκινο απ'το αίμα του που έβαψε το χώμα
εκείνου που για χάρη της πρόταξε την καρδιά του
στις λόγχες που συντρόφεψαν στον Άδη τη λαλιά του.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Όταν η καρδιά...

Όταν η καρδιά είναι πληγωμένη,η μουσική είναι τα ράμματα που θα ράψουν την πληγή της.

Όταν η καρδια είναι χαρούμενη,η μουσική είναι το αγόρι που θα την πιάσει από τα χέρια και θα χορέψει μαζί της.

Όταν η καρδιά είναι λυπημένη,η μουσική είναι η μπογιά που θα χρωματίσει ένα χαμόγελο πάνω της.

Όταν η καρδιά είναι θυμωμένη,η μουσική είναι ο κλέφτης που παίρνει τη γαλήνη της,ο δολοφόνος που θα σκοτώσει την οργή της.