Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Christi Natalis


Να γεννηθείς -δε λέω-
να έρθεις και να σκορπίσεις τα μέσα μου,
που καπνίζουν συντρίμμια και κενοτάφια.
Να φθάσεις
στα υπόγειά μου σα χείμαρρος,
να παρασύρεις όλη τη φρικτή μάζα,
που με βασανίζει,
που με δένει και με αφήνει αιώνια σκλάβο στο τίποτα
και στη θλίψη της ενοχής,
να σπάσεις τις πόρτες σαν παρανοϊκός ερωτευμένος,
να με βρεις μισοκοιμισμένο να τρεκλίζω και να κλαίω
γι’ αυτό που ήμουν,
γι’ αυτό που έγινα,
γι’ αυτό που δεν κατάφερα να είμαι…
Έστω να μού πεις μια κουβέντα,
έστω ένα ψέμα…
-Τι κάνεις; Μη φοβάσαι, τώρα πια εγώ είμαι εδώ!
Έστω μια φράση, έστω ένα ψέμα…


Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

"Κύριε, μὴ χρονίσῃς..."


Φεύγω.
Αυτός ο κήπος
δεν υπήρξε ποτέ το σπίτι μου
κι αυτές οι σκάλες
ποτέ δεν ήταν ο δρόμος μου.

Είδα τη μοναξιά των πολλών
και ήπια τα φιλιά τους.
Τόση χαρά στα ποτήρια
και τόση θλίψη στα βάθη τους,
σα να φωνάζουν: 
Προσοχή! Ευτυχία εύθραστη, εικονική!

Φοβάμαι
πως όσοι δεν άγγιξαν άλλου χέρι
δεν ήταν τόσο μόνοι τελικά
κι αυτοί, που απέμειναν ποιητές του ωραίου,
έκαναν
τα ποιήματά τους θηλιές
και έμειναν αιωρούμενα λουλούδια
σε μοιραίους κήπους.


Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Η Βάσια


Η Βάσια
είναι ένα κορίτσι
σαν όλα τ’ άλλα.
Θ’ αγαπήσει
τη νύχτα με τ’ άστρα της,
το καλό κρασί με τον ύπνο του
και την τρυφερή αγκαλιά του δειλινού
με την προδοσία
της επόμενης ημέρας.
Της αρέσει να κοιτά στα σύννεφα
τον πιο λαμπρό ήλιο
και να καυχιέται πως κι απόψε
έχει ακόμα μια καρδιά
να χαρίσει στον άνεμο.
Κόβει στάχυα
καθώς περπατάμε αντίθετα στο χρόνο.
-Η αγάπη σε κάνει πάντα νέο!
-Η αγάπη σε κάνει μόνο νέο!


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Αν με θυμάσαι...

Θέλω να με θυμάσαι χαρούμενη,
ν’ απλώνεις με τη μνήμη σου
αραχνοϋφαντα χαλιά
και να ταξιδεύεις σε ευτυχισμένους κήπους.
Δε χαμογέλασα ποτέ.
Τα χείλη μου ήταν δοσμένα σε ‘σένα
μονάχα για να κεντήσουν ένα «σ’ αγαπώ»
και λίγες λέξεις συγχώρεσης.
Να συγχωρέσεις
που δε μπόρεσα ν’ αντέξω την αγάπη μου,
που δεν αρκέστηκα
να υποστώ την απεραντοσύνη της για ‘σένα.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Ποίηση αυτόχειρων ερώτων

Γράφε…γράφε…γράφε…
Μη σταματάς να γράφεις.
Χθες βράδυ
σού δώρισα τα τσιγάρα μου…
για λίγη έννοια
για λίγη μνήμη.
Ξέρω πως έχεις στεναγμούς κρυφούς.
Γνωρίζω
την πάλη του αλλοτινού σου «είναι»
με το «εγώ» της καρδιάς σου.
Επίσης,
ξέρω πως δεν υπήρξαμε.
Σού δώρισα και τα μάτια μου,
δυο γαλανές κουκκίδες
σ’ ένα χαρτί απόγνωσης τυλιγμένες.
Όχι, δε μ’ ενοχλούσε ο καπνός.