Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Η ιστορία ενός συγγραφέα (μέρος ε)


Θα καθόμουν στη γέφυρα μέχρι να έρθει η αυγή, αν όλη αυτή τη σκηνή της απόλυτης γαλήνης δεν τη διέκοπτε το βουητό ενός κλάματος, που ακούστηκε ξαφνικά. Γύρισα να κοιτάξω προς τη μεριά από την οποία ακουγόταν. Στη γωνία ενός από τα αρωματοποιεία καθόταν ένα μικρό κοριτσάκι -δε θα ήταν πάνω από δέκα χρονών- και έκλαιγε με το πρόσωπο κρυμμένο στις χούφτες της. Φαινόταν πολύ φτωχό και αδυνατισμένο. Ήταν ρακένδυτα ντυμένο και πολύ ελαφριά, που απόρησα πως άντεχε με τέτοιο βοριά. Τα παπουτσάκια της είχαν ξεφτίσει, σχεδόν λιώσει και το κορμάκι της ήταν τόσο άρρωστο, που είχε ένα αλλόκοτο κίτρινο χρώμα. Η καρδιά μου πόνεσε. Έπρεπε να τη βοηθήσω.
-Κοριτσάκι μου, γιατί κλαις; Πεινάς;

Δε μού απάντησε. Άραγε θα είχε τη δύναμη να βγάλει μιλιά με τόσο κρύο και τέτοια φτώχεια, σκέφτηκα. Παράλληλα, το κοριτσάκι ντράπηκε μάλλον στην παρουσία μου και σκούπιζε με τα χεράκια της τα μάτια της που είχαν κοκκινίσει από το κλάμα. Τότε είδα και το πρόσωπό της. Τι όμορφη και χαριτωμένη όψη που είχε! Παρ΄ όλη την εμφανή καταπόνηση και παραμόρφωση από την πείνα, τα χαρακτηριστικά της μαρτυρούσαν πως είχα μπροστά μου ένα πολύ όμορφο παιδάκι με τρυφερό δέρμα και μικρά, όλο ζεστασιά ματάκια. Της χάιδεψα τα ξανθά, λερωμένα μαλλάκια της μήπως νιώσει πιο οικεία και φιλικά και έτσι μπορούσε να μού μιλήσει.
-Λοιπόν; Της ψέλλισα. Θα μού πεις γιατί κάθεσαι μέσα στο κρύο μόνη σου και κλαις ασταμάτητα;

Σήκωσε τα κόκκινα μάτια της και με κοίταξε. Πόση απόγνωση και πίκρα έκρυβαν αυτές οι μικροσκοπικές κόρες που είχαν καρφωθεί πάνω μου. Τι δυστυχία φώλιαζε σ’ αυτή την τόσο μικρή και αθώα ύπαρξη. Μού ράγισε την καρδιά το βλέμμα της. Ήταν σα να μού απαντούσε: «Να, τι με ρωτάς; Δε στα λέει όλα η ματιά μου; Δεν τη νιώθεις; Θες και η γλώσσα μου να σου μαρτυρήσει τη μιζέρια και την κατάντια της ζωής μου;». Παρ’ όλη τη σιωπή της, όμως, δε μπορούσα να την αφήσω έτσι. Ήθελα να τη βοηθήσω. Πίστευα πως θα ξεχνιόμουν, αν ασχολιόμουν λιγάκι με το κακόμοιρο αυτό παιδάκι.
-Άκουσε, της λέω ξαφνικά, μού ήρθε μια ιδέα: θες να σού αγοράσω λίγο φαγητό και μετά να μού πεις πού μένεις και να σε πάω στη μαμά;
Η μικρή ταράχτηκε σα να τη διαπέρασε σύγκρυο. Με κοίταξε και τα μάτια της γυάλισαν αμέσως. Δεν έχασε ευκαιρία και μού αποκρίθηκε με ένα εντελώς αλλαγμένο ύφος.
-Ποια μαμά;…Ποια μαμά;
Η φωνή της έτρεμε μα όχι από το κρύο, αλλά από την προσπάθεια της να βγει. Πάγωσα από τη σκηνή. Δεν περίμενα αυτό που ακολούθησε.
-Ποια μαμά;
Με ξαναρώτησε πιο έντονα και σταθερά και σηκώθηκε όρθια. Τότε πρόσεξα πως στα χέρια της κρατούσε ένα αρκουδάκι.
-Ποια μαμά;…Ποια μαμά…μπαμπά;;;!!!
Και το έβαλε στα πόδια πετώντας το παιχνίδι της πάνω μου.

Ταράχτηκα. Τι ήταν πάλι αυτό; Τι μού είπε το κοριτσάκι; «Μπαμπά»;;; Και αυτό γιατί μου το πέταξε, αναρωτήθηκα και το έφερα μπροστά μου. Μα εκείνη τη στιγμή ήρθαν όλα στο μυαλό μου, όλα φωτίστηκαν. Σα να βγήκα μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ που ζούσα τόσο καιρό και είδα όλη την αλήθεια. Κι ω Θεέ μου, τη φρικτή που ήταν η αλήθεια! Τι φρίκη που ήταν η ζωή μου! Τι δυστυχία ζούσα! Τι άλλο να γράψω; Τι άλλο να σας πω; Πως αυτό το αρκουδάκι που κρατούσα εκείνη τη νύχτα το είχα αγοράσει εγώ ο ίδιος; Πως όλα όσα έζησα εκείνη την ημέρα ήταν η αρχή ενός τέλους; Πως ήταν το έναυσμα μιας φρίκης που δεν τελείωνε;  Μια ζωή όλο εφιάλτες και τύψεις. Ένα μαρτύριο που δεν τελείωνε. Ω, Θεέ μου,  τι φρικτά που γίνανε τα πλάσματά σου!                                                                                  


……………………………………………………………………………

Προς

τα μέλη και του φίλους της Λέσχης Λογοτεχνών                 …       4/2/19…

Αξιότιμοι κύριοι και κυρίες,
βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σας αναγγείλω το θλιβερό νέο πως σήμερα το πρωί και ώρα εφτά και σαρανταπέντε βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του ο συγγραφέας και συνάδερφος σας –και αξιοσέβαστος πελάτης μου- Άνταμ Τέϊλορ από καρδιακή προσβολή κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο σπουδαίος και αγαπητός σε όλους αυτός άνθρωπος υπήρξε μια μυστηριώδης ύπαρξη, της οποίας τα μυστικά και τις αλήθειες ελάχιστα άτομα γνωρίζουν και ένα από αυτά είμαι εγώ. Αισθάνομαι, λοιπόν, την ανάγκη να σας γνωστοποιήσω κάποιες θλιβερές και οδυνηρές πτυχές της ζωής του αποθανόντα, για να κατανοήσετε πλήρως το λόγο και τα αίτια της απώλειάς του.
Ο Άνταμ Τέϊλορ ήταν ένας σοβαρός και αξιολάτρευτος άνθρωπος, που όλοι τον σέβονταν και τον πίστευαν και εσείς, σεβαστοί μου κύριοι και κυρίες, τον πιστεύατε περισσότερο απ’ όλους για τις ικανότητες του και το ταλέντο που είχε πάνω στη συγγραφή. Όμως, πέρα απ’ όλα αυτά η ζωή δεν του επιφύλασσε τίποτα το ευχάριστο. Είχε κάνει ήδη τις δυο σπουδαίες συγγραφικές του επιτυχίες και μόλις είχε παντρευτεί την Σάλυ Μάρλοου όταν ήρθε για πρώτη φορά στο ιατρείο μου. Μου εκμυστηρεύτηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το γάμο του και κυρίως με τη γυναίκα του. Υπήρχαν στιγμές που την έβρισκε κλειδωμένη στο δωμάτιο, με μπουκάλια αντικαταθλιπτικών ριγμένα στο πάτωμα και με κόκκινα πρησμένα μάτια. Υπήρχαν κι άλλες φορές που η Σάλυ Μάρλοου κυκλοφορούσε στο σπίτι περίεργα ντυμένη και βαμμένη και τον κοιτούσε με ένα αχανές βλέμμα, πότε μοχθηρό και πότε φιλικό και γλυκό υπερβολικά. Όλα αυτά τον ανάγκασαν να έρθει σε ‘μένα ώστε να παρακολουθήσω διακριτικά την κατάσταση της συζύγου του και να τον συμβουλέψω πώς έπρεπε να συμπεριφέρεται στην άρρωστη ομολογουμένως γυναίκα του. Με επισκεπτόταν πότε συχνά και πότε αραιά ανάλογα, φυσικά, με την κατάσταση που βρισκόταν κάθε φορά η Σάλυ. Ώσπου ένα δειλινό μετά την επίσκεψη του σε μένα γύρισε σπίτι του και είδε τη γυναίκα του κρεμασμένη από μια θηλιά στον πολυέλαιο του σαλονιού τους. Αυτό ήταν. Ο Άνταμ από τότε άρχισε να αρρωσταίνει κυρίως ψυχικά. Όπως θυμάστε, κλείστηκε στον εαυτό του και στο σπίτι χωρίς να συναναστρέφεται κανέναν. Ο μόνος που είχε δίπλα του ήμουν εγώ. Προσπάθησα, πρώτα με την παρέα μου και μετά με διάφορες αγωγές, να τον ηρεμήσω και να τον θεραπεύσω. Ήξερα πως η ζωή του μετά την αυτοκτονία της Σάλυ είχε γίνει μαρτύριο. Εφιάλτες στον ύπνο του, παραισθήσεις, ημικρανίες, τύψεις, ενοχές, αναμνήσεις, όλα του τάραζαν τη ψυχική του ισορροπία. Η υπερβολική του αγάπη για τη σύζυγο του και το φρικτό της τέλος δεν τον άφησαν να ζήσει άλλο και έτσι στα τριάντα οκτώ του χρόνια η καρδιά του επιτέλους γαλήνεψε.
Σεβαστοί μου, συγχωρέστε με για τον πολύτιμο χρόνο που σας σπατάλησα. Ήθελα μονάχα να σας φανερώσω κάποιες από τις βασικές αιτίες του θανάτου του αγαπητού μας Άνταμ γιατί ξέρω πως ενδιαφέρεστε και πως πάντα τον αγαπούσατε. Για να βεβαιωθείτε για όλα αυτά που σας έγραψα, σας αποστέλλω και ένα αντίτυπο από το τελευταίο χειρόγραφο του που γράφτηκε χθες πριν κοιμηθεί για πάντα. Σε αυτό το χειρόγραφο μαρτυρείται το γεγονός πως ο Άνταμ Τέϊλορ ζούσε με αρρωστημένα μυαλά και φρικτές παραισθήσεις. Ένα απλό παράδειγμα της διανοητικής του αναπηρίας είναι το χαρακτηριστικό σημείο πως μέσα στο κείμενό του με αναφέρει σα φίλο και συνάδερφό του –δηλαδή συγγραφέα όπως και εσείς- ενώ στην πραγματικότητα ήμουν ο γιατρός του, ο οποίος –όπως θα διαβάσετε- τον φιλοξένησα χθες σπίτι μου δίνοντάς του όχι κρασί, όπως αναφέρει, αλλά ένα ηρεμιστικό φάρμακο για να συνέλθει από τις παραισθήσεις. Βέβαια, ο Άνταμ είχε πάρει πια το δρόμο του και δεν επιδεχόταν άλλης θεραπείας. Μέχρι εδώ όμως.
Σας ευχαριστώ όλους σας για την υπομονή σας και είθε ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή του ταλαίπωρου Άνταμ Τέϊλορ.

                                                                  Με εκτίμηση,
                                                               Μαρίς Λενουά
                                                      -ειδικός ιατρός  ψυχικών παθήσεων
                                                     και  νόσων.                             

Υ.Γ. Είμαι βέβαιος πως, εύλογα, θα αναρωτηθείτε τι ακριβώς αναφέρει ο Άνταμ στις τελευταίες του γραμμές σχετικά με το κοριτσάκι, γι’ αυτό και οφείλω να σας φανερώσω και τούτο το στοιχείο: η Σάλυ Μάρλοου υπήρξε έγκυος τριών μηνών όταν έβαλε τέλος στη ζωή της και αυτό το γνωρίζαμε μόνο εγώ, ο Άνταμ κι η Σάλυ.                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου