Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ένα λιβάδι όνειρα

Καθισμένη κάτω στο χώμα, είχε ακουμπήσει την πλάτη της πάνω σε έναν βράχο.Δεν της ήταν και πολύ άνετη αυτή η στάση, όμως πάντα ήθελε να το κάνει. Να αφήνεται στις αγκαλιές που ορθάνοιχτες αφήνει παντού για τα παιδιά της η μητέρα Φύση. Στα δυο της δάχτυλα κρατούσε ένα δροσερό γρασίδι.Με το νύχι του αντίχειρα άρχισε να το ξύνει διακριτικά στις πλευρές του.Αργά,διερευνητικά,σαν μια ιερή προσπάθεια να το εξομολογήσει, σκαλίζοντας την ψυχή του. Με κλειστά τα μάτια προσπαθούσε να νιώσει κάθε κίνηση του χεριού της, στιγμή στιγμή.

Καθώς περνούσαν τα λεπτά, άρχισε να σφίγγει τα κλειστά της μάτια. Στην αρχή ανεπαίσθητα, μετά πιο σφιχτά κι έπειτα τόσο πολύ που σχεδόν ξέχασε πως είχε μάτια. Προσπαθούσε να ονειρευτεί. Δυνατά. Μέσα στο μυαλό της άρχισε να σκαλίζει γράμματα. Τα χρώματα κύλησαν πάνω στις νότες κι εκείνες, παρασυρόμενες, βρήκαν αντίσταση στα γράμματα.

Πρώτη φορά έβλεπε τραγούδι να στάζει χρώμα. Δεν ήταν ό,τι πιο ωραίο είχε ακούσει. Αλλά σίγουρα ήταν ό,τι πιο δικό της είχε συναντήσει. Είχε ζεστό ρυθμό, γρήγορα χρώματα και πολλές ανορθόγραφες λέξεις. Μερικές φορές, μάλιστα, ήταν αυτές οι ανορθογραφίες που του δίνανε ομορφιά ή ακόμα και νόημα.Εκείνη καθόταν σε μια άκρη και κοίταζε χαμένη την παρέλαση που έστηνε η καρδιά της στο μυαλό της. Φοβόταν όμως πως δεν θα ξαναβρεί χρώμα να ονειρευτεί. Ποτέ δεν της έλειψαν τα λόγια ή η φωνή. Μόνο το χρώμα.

Ξαφνικά, ένα απότομο ξεφύσημα του αέρα έκλεψε το γρασίδι από τα απαλά δάχτυλά της και το έστειλε να ταξιδεύει μέχρι την άκρη της πλαγιάς, μπορεί και λίγο πιο πίσω. Εκείνη, ανέκφραστη, παρακολουθούσε το γρασίδι να επιπλέει στον αέρα και μετά να προσγειώνεται,μισοσακατεμένο, καθώς ήταν ήδη, από τα χέρια της. Τα δάχτυλά της μύριζαν γρασίδι. Της άρεσε. Στο νύχι είχαν μείνει πράσινα κομματάκια. Το πρόσεξε και χαμογέλασε δειλά.

"Ίσως", σκέφτηκε, "ό,τι ζητάς γύρω σου, να το έχεις ήδη μέσα σου". Και σηκώθηκε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου