Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Ου τύψεις

Είναι περίεργο.Μάλλον.
Δεν ξέρω αν έμαθα να ανοίγω παραπάνω
τα μάτια μου.
Μπορεί και να ναι σύμπτωση.
Όμως τα πεζοδρόμια που περνάω
και οι δρόμοι που διασχίζω
γέμισαν με κηλίδες
από αίμα.
Φορές φορές
με προσπερνούν
μισοξεραμένα ρυάκια από αυτό.
Το πιο άρρωστο, ωστόσο,
είναι ότι δεν μυρίζουν άνθρωπο.
Ούτε ζώο.

Όσο περνάει η μέρα, σηκώνω το κεφάλι
μου όλο και περισσότερο.
Κοιτάζω γύρω.
Νιώθω πως ανήκω στον πίνακα
που συναντήθηκαν τα πιο
σκοτεινά πινέλα.
Οι άνθρωποι μοιάζουνε
κινούμενοι βωμοί.
Βήματα γνωστά.
με βλέμματα άγνωστα.
Κι όλοι κουβαλάνε ένα πτώμα.
Κάποιος στα χέρια κρατάει
ένα παιδί
με ένα μαχαίρι στα πλευρά.
Άλλος έχει στην πλάτη
έναν άνδρα
με μια σφαίρα στο μέτωπο.
Φρίκη.
Όμως κανείς δεν νοιάζεται.

Η μέρα μου σβήνει
και το χρώμα της γίνεται
γκρίζο.

Δεν ξέρω αν πρέπει να λυπάμαι
ή να αποφεύγω όλους αυτούς
που ζουν διαρκώς
στο προσωπικό τους
ματωμένο
ηλιοβασίλεμα.
Άραγε αυτό είναι το τίμημα
όταν σκοτώνεις
τον προσωπικό σου Θεό;
Να γίνεις μόνιμος
θαμώνας
της βίαια ρομαντικής σου
ψευδαίσθησης;

Ανόητοι όλοι τους.
Αυτό σκέφτομαι
μια φορά.
Κάποια βήματα δίπλα μου
σταματάνε.
Μετά μια δεύτερη.
Κάποιοι γύρω μου σηκώνουν το βλέμμα
τους πάνω μου.
Και μια τρίτη.
Όλοι με κοιτάζουν
παγωμένοι.
Κι αμέσως,
εντελώς ασυναίσθητα,
κοιτάζω το αριστερό μου πόδι.
Ένας γέρος πιασμένος από τον αστράγαλό μου,
με τα κοκκαλένια του δάχτυλα,
είναι έτοιμος να πεθάνει.
Από γηρατειά.

1 σχόλιο:

  1. Να τους συγχωρήσεις πρέπει, αυτούς και τον εαυτό σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή