Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Η ιστορία ενός συγγραφέα (μέρος β)

Κοντοστάθηκα για λίγο. Ένιωσα αμήχανα. Ήμουν αυτός που της διέλυσε τη ζωή, αυτός που τη γέμισε ελπίδες και όνειρα και τα γκρέμισε όλα μέσα σε λίγους μήνες. Ήξερα ότι ήταν δυστυχισμένη. Και δυστυχούσε εξ’ αιτίας μου. Λυπόταν για όλες τις πίκρες που τής έδωσα τα τόσα βράδια που μαλώναμε. Για τις υποσχέσεις που ποτέ μου δεν κράτησα. Για τα λόγια αγάπης που ποτέ δεν τήρησα. Εκείνη τη στιγμή δυστυχούσα πραγματικά κι εγώ. Η σύντροφός μου πάντοτε με αγαπούσε αληθινά και με πάθος.

Το έβλεπα στα μάτια της, στα λόγια της, στις πράξεις της, στη ζωή της. Παντού, με κάθε τρόπο και μέσο, έδειχνε την αγάπη της και την αφοσίωση της σε μένα κι εγώ της έδειξα τον εγωισμό μου και μαζί με αυτόν την πόρτα της εξόδου. Τι ρεμάλι, Θεέ μου! Πόσο άδικος ήμουν! Ήθελα να πέσω στη γη βαθιά και να χωθώ για πάντα. Μισούσα τον εαυτό μου όσο κανείς άλλος εκείνη τη στιγμή.
Αυτές οι σκέψεις με συνεπήραν τόσο πολύ που άλλο λίγο και θα δάκρυζα πραγματικά, αν η Σάλυ δε χανόταν ξαφνικά από μπροστά μου. Είχε φύγει. Η βιτρίνα ήταν άδεια. Έτρεξα αμέσως στο πλήθος να τη βρω. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς και δε μπορούσα εύκολα να τον διαπεράσω. Σήκωνα ανά δυο βήματα το κορμί μου όλο, μήπως τη διακρίνω και δω που πήγαινε. Τίποτα. Συνέχιζα όμως ιδρωμένος, ταλαιπωρημένος ψυχικά, γεμάτος αγωνία και πόθο να δω τη γυναίκα μου. Μάταια. Ακόμα δεν έβλεπα κανένα σημάδι της. Καθώς σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου, μέσα στους περαστικούς, που και που, διέκρινα αμυδρά πότε το καπέλο της και πότε το φόρεμά της, όμως γρήγορα την έχανα από το οπτικό μου πεδίο. Ύστερα τη ξανάβρισκα, μα ξάφνου πάλι την έχανα. Ήμουν πολύ αναστατωμένος. Θυμάμαι, πως πάνω στην προσπάθεια μου να την εντοπίσω μέσα σ’ αυτό το τσούρμο των περαστικών έχασα όλα μου τα πράγματα, τις πένες και τις φυλλάδες που προορίζονταν για τη συνέχεια του έργου μου. Δεν έδωσα ωστόσο καμία σημασία σ’ αυτά, γιατί την είχα χάσει πια εντελώς από τα μάτια μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου