Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Της παλιάς ζωής

Μικρέ μου αδερφέ, δεν έχω λόγια.
Σα να τα πήρε όλα απόψε ο αέρας
και να τα ‘στρωσε σε κάποιο παλιό ημερολόγιο,
σε σελίδες και ημέρες
που λαχταρούσαμε
δυο χέρια να μας σημάνουν τη ζεστασιά του φαγητού,
δυο μάτια να κλάψουν για τις ζωές μας,
δυο χείλη να μας καληνυχτίσουν
και να χωρέσουν όλα τα όνειρά μας.
Δεν έχω λαλιά
να σου πω πόσο πόνεσα την παλιά μας ζωή.
Δε γνωρίζαμε τι είναι ευτυχία.
Και γι’ αυτό το λόγο ήμαστε τόσο ευτυχείς!


Πίσω από τα παράθυρα κοιτούσαμε την ταφή.
Στα τζάμια οι σταγόνες
αγκομαχούσαν να φθάσουν ως τη γη.
Μόνο που δεν έβρεχε.
Και τότε νιώσαμε
πως όλα μας τα σχέδια διαλύονταν και κυλούσαν δάκρυα
στα «τζάμια» των ματιών μας. 
Πού να φανταζόμουν
πως σ’ ένα κάδρο θα πάλευα να φυλακίσω ό,τι αγάπησα;
Σε ποιόν να το έλεγα
πως την απώλεια τελικά έστεργα να την καλύψω με απώλειες;

Μεγάλωσα, μικρέ μου αδερφέ,
κι η θάλασσα, που χαζεύαμε παιδιά
ρίχνοντας πέτρες στα σπλάχνα της,
έγινε αυτούσια η ζωή μου.
Στον Αϊ-Γιάννη του χωριού πια
δε χτυπούν την καμπάνα
και στο παλιό ηρώο
τα παιδιά δεν κάνουν ευχές...

Κι ο παπάς κουράστηκε να σημαίνει τον εσπερινό,
ποιος θέλει πια να θυμάται τις λύπες του;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου