Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Γράμμα στον τελευταίο αδερφό... («Το τελευταίο μου ποίημα...»)

Θυμάσαι, αδερφέ, το πρώτο μας σπίτι,
τα πρώτα μας παιχνίδια, τις χαρές;
Στην κούνια μας ποτέ δεν ήρθε λύπη
κι οι κάμαρες ανθίζανε φωνές.


Θυμάσαι τους Χειμώνες μας στο τζάκι,
τα όνειρα στο τέλος της ημέρας,
το δείπνο με τη θαλπωρή στην άκρη
και τα όμορφα γελάκια της μητέρας;


Στον κήπο ξεπορτίζαμε με φόρα,
να παίξουμε με φίλους παιδικούς
κι αλίμονο, σαν εξεσπούσε μπόρα,
κουρνιάζαμε στους άγριους κεραυνούς.


Θυμάσαι όλες τις βόλτες στη γιαγιά μας,
που σκίρταγε η ψυχή της να μας δει,
που βάζαμε λουλούδια στα μαλλιά μας
για να μοσχοβολήσει λίγο κι η ζωή;


Τα δειλινά, που σμίλευε η ψύχρα,
διαβάζαμε κάτω απ’ την ίδια λάμπα
κι η μάνα αργοζέσταινε τη χύτρα,
προσμένοντας να ξεκρεμάσ’ την κάπα


από την πλάτη του ταλαίπωρου πατέρα
κι εκείνος κουρασμένος χαιρετούσε
κι ύστερα άνοιγε διάπλατα τα χέρια
και στην αγκάλη του θερμά μας εφιλούσε.


Θυμάσαι; Όλα ήταν ήσυχα και ωραία
κι οι ‘μέρες έφευγαν ευτυχισμένα,
ώσπου έφθασε η άθλια τ’ Οκτώβρη ‘μέρα
και σάλπαρε η μητέρα μας στα ξένα...


και τότε πόνεσα, ήρθε η καταστροφή
κι έγινε ο κόσμος μου, απίστευτα, βαρύς.
Εκεί που όλα μας εφάνταζαν γιορτή,
τώρα στο σπίτι μας δεν έμεινε κανείς.


Θαρρώ θα ‘χουν σκονίσει τα βιβλία,
το ίδιο και το ξεχασμένο πιάνο,
στον κήπο δε θ’ απόμεινε ορτανσία
κι οι τοίχοι θα ‘χουν υγρασία επάνω,


στο πάτωμα θα ζουν φωτογραφίες,
εικόνες από κάποιο άλλο παρελθόν,
στις κάμαρες θα κρέμονται οι αγίες...
ω και αυτές, θε, να θρηνούν για το παρόν.


Πες μου, πώς έτσι γρήγορα σβηστήκαν
οι ομορφιές της παιδικής μας της ζωής;
Μην απαντάς, όλα πια μού απαντηθήκαν:
από τον Θάνατο δε ξέφυγε κανείς!


Ω, αδερφέ, πώς φθάσαμε ως εδώ;
Στο σπίτι μαύρη πέτρα εγώ να ρίξω;
Μα στο υπόσχομαι θα επιστρέψω έναν καιρό...
στο σκονισμένο πιάνο
το τελευταίο μου ποίημα να σού δείξω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου