Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Θερινοί Εραστές

Είχαν φθάσει στη δύση του έρωτά τους. Τώρα γαλήνια είχαν παραδοθεί στην αγκαλιά του Ύπνου. Είχαν απαλλαγεί από κάθε βάρος, από κάθε ύπουλο ύφαλο…μόνο τα σεντόνια κυλούσαν βελούδινα απάνω τους, για να μη χάσουν τη ζεστασιά του τελευταίου ταγκό, του στερνού φιλιού…κι ήταν μόλις δύο και τέταρτο το χάραμα.


Ανασηκώθηκε λίγο στη θέση του με «αόρατες» κινήσεις για να μη ξυπνήσει το ταίρι του. Την κοιτούσε συνέχεια, τα μάτια του δεν ακολουθούσαν άλλο δρόμο πέρα από το μονοπατάκι, που οδηγούσε στο περιβόλι της αγαπημένης του. Τα πάντα πάνω της τον μαγνήτιζαν…τα μεταξένια μαλλιά της, τα
κλειστά της μάτια που ονειρεύονταν, τα φουσκωμένα χείλη, το στήθος της…πόσα είχε ακουμπήσει εκεί…πόσα ναυάγια είχε οδηγήσει στις ακτές της! Γεμάτος ευγνωμοσύνη και κάτι απ’ αυτό που ονομάζεται «αγάπη», έσκυψε και αθόρυβα της χάρισε ένα φιλί. Εκείνη κοιμόταν…κι ήταν μόλις τέσσερις και μισή.

Με τα χέρια στο κεφάλι, αφημένος στην άκρη του κρεβατιού, ατένιζε το κενό. Πώς να ‘ναι η ζωή για ένα μοναχικό άνθρωπο; Πώς να κυλούν οι ώρες για κάποιον που προσμένει, χωρίς νόημα, τ’ οποιοδήποτε τέλος; Τι να ονειρεύεται εκείνος που το μέσα του είναι ένα άδειο θέατρο, ένας κενός τάφος, ξεχασμένος; Πού να φωλιάζει αυτός που δεν κοίταξε –ή φοβήθηκε να κοιτάξει- πέρα από τη σκιά του;…Η καρδιά του παλλόταν. Γύρισε στο πλάι του…πόσο τυχερός, πόσο ευτυχισμένος ένιωθε! Και μόνο που την αντίκριζε…Γεμάτος ευτυχία και ανακούφιση έσκυψε και αθόρυβα την κέρασε ένα φιλί. Εκείνη κοιμόταν…κι ήταν μόλις έξι και είκοσι.


Οι πρώτες αχτίδες, σα βιαστικά κορίτσια που τρέχουν ανέμελα στην εξοχή, γλίστρησαν από τις ρωγμές του παραθύρου και έλουσαν την κάμαρα φως. «Σκόνταψε» πάνω στην ύπαρξη της και αφέθηκε. Ο ήλιος της έδινε ακόμα περισσότερη λάμψη, έντυνε το πρόσωπό της με τόση ομορφιά, με τόση αγνότητα, τόσο παιδικά, τόσο αθώα! Εκείνος δε χόρταινε να την κοιτάει. Θα έδινε τα πάντα για να κρατήσει κάτι λίγο από την εκθαμβωτική της τελειότητα και να τη φυλακίσει αιώνια στο άπειρο των αναμνήσεων και των ονείρων. Ήξερε πως κοστίζει, μα δεν τον ένοιαζε. Έσκυψε και αθόρυβα της πρόσφερε ένα φιλί. Εκείνη δεν κοιμόταν…άνοιξε τα κρυστάλλινα μάτια της και τον κοίταξε –όχι όπως την κοιτούσε αυτός. Σηκώθηκε αμίλητη, χωρίς ήχο, χωρίς κάποιον της ψυχής ανασασμό, ντύθηκε γρήγορα και στάθηκε στο παράθυρο. Η φωνή της άρχισε να αχνοκεντά τις λέξεις…πάντα κοιτώντας προς το παράθυρο…«Δε γίνεται να μ’ αγαπάς τόσο! Είναι τόσο βαρύ φορτίο για ‘μένα!» …Χωρίς άλλη κουβέντα άνοιξε την πόρτα και έφυγε.


Δεν είχαν προλάβει να ζήσουν μαζί, παρά μονάχα τρεις ημέρες. Τελείωσε τόσο νωρίς, που θαρρεί κανείς πως υπήρξε όνειρο. Ένας πικρός εφιάλτης.


Εκείνος «αγκάλιασε» το κενό και τη σιωπή… Πού να φωλιάζει αυτός που δεν κοίταξε –ή φοβήθηκε να κοιτάξει- πέρα από τη σκιά του; Τι να ονειρεύεται εκείνος που το μέσα του είναι ένα άδειο θέατρο, ένας κενός τάφος, ξεχασμένος; Πώς να κυλούν οι ώρες για κάποιον που προσμένει, χωρίς νόημα, τ’ οποιοδήποτε τέλος; Πώς να ‘ναι η ζωή για ένα μοναχικό άνθρωπο; Δεν υπήρχε κανείς να του απαντήσει. Ξόδεψε τις ώρες του στον καθρέφτη. Τώρα ήξερε…


Εκείνη ταξίδευε για άλλους προορισμούς, για άγνωστα χώματα, για ξένα χέρια…κι είχε μόλις ξημερώσει Καλοκαίρι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου