Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ο 20ος Χειμώνας

Μέσα στα χέρια μου κρατούσα την απάντηση. Σ’ ένα μεταχειρισμένο τίποτα ακουμπούσα τα εσώψυχά μου και ήλπιζα…δε ξέρω που! Κι εκείνος ο άγνωστος δεν έπαιρνε βλέμμα από πάνω μου. Μέρες τώρα βασανίζομαι να τον διώξω ή να τον κλείσω κάπου, ώστε να μην τον βλέπω και κυρίως, να μη με παρακολουθεί…
Έξω έφθασε νωρίς ο εικοστός μου χειμώνας, παγερός όπως πάντα…Χάπια, μερικές ρυτίδες, ανία, φθηνό αλκοόλ και καπνισμένα τσιγάρα ήταν κάποια από τα δώρα του. Παράτησα την εφημερίδα πίνοντας ένα τελευταίο ποτήρι ουίσκι και κίνησα να κοιμίσω την τρέλα μου…Σεργιάνισα στα έρημα σοκάκια της ημέρας που έφευγε βιαστικά. Θυμήθηκα τ’ αγάλματα του δρόμου που διάβηκα, τους ταλαίπωρους, τους δυστυχισμένους, τη δυστυχισμένη ακινησία τους και την ακίνητη δυστυχία τους…

Έκλεισα τα μάτια μου να παραδοθώ μειλίχιος και αγνός στον ύπνο των ευσυνείδητων και των δικαίων…μα δε φάνηκε ποτέ ο ύπνος ή καλύτερα, είχε έρθει εδώ και είκοσι χρόνια…Σήκωσα το βλέμμα. Απέναντι πρόβαλε ο άγνωστος. Είχε ανοίξει την αγκαλιά του. Τώρα, πια, δε με κοιτούσε. Χάζευε στο τέλος του σώματος τα πόδια του…έσταζαν αίμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου